Zoeken in Woordenlijst Nieuwgrieks

 
  Nederlands woord   Grieks woord    

Er zijn 317 resultaten voor 'aan'.
Alleen de eerste 50 regels worden getoond.


        bijzonderheden / λεπτομέρειες
aan σε
geven aan + ? δίνω σε + 4
wat is er aan de hand τι έχει
aan de telefoon στο τηλέφωνο
aan(gestoken) αναμμένος -ος -η -ο, -α
aan- en uitgaan αναβοσβήνω τηλέφωνο ') -σα, -ομαι -στηκα
de aanbetaling η προκαταβολή -ές
aanbevelen συνιστώ τηλέφωνο ') συνέστησα, συνίσταμαι συνιστώμαι, pass: alleen ott -τάθηκα/-τήθηκα
de aanbeveling η υπόδειξη -εις
de aanbevolen dagelijkse hoeveelheid <1> η προσλαμβανόμενη ποσότητα αναφοράς
de aanbevolen dagelijkse hoeveelheid <2> η προσλαμβανόμενη ποσότητα αναφοράς
aanbidden λατρεύω ποσότητα αναφοράς ') -εψα, λατρεύομαι -εύτηκα
[te drinken] aanbieden <1> κερνώ + 4 + 4 ') ook: κερνάω, -ασα, κερνιέμαι -άστηκα
aanbieden <2> προσφέρω + 4 + 4 ') πρόσφερα/προσέφερα, προσφέρομαι -φέρθηκα
aanbieden <3> προθυμοποιούμαι + 4 + 4 ') -ήθηκα, geen actief
het aanbieden {zsnw} η προσφορά
aanbieden, onthalen op φιλεύω + 4 + 4 ') -εψα, geen passief
aanbieden, tracteren τρατάρω, κερνώ -αρα/άρισα, geen passief
de aanbieding, het aanbieden η προσφορά -ές
de aanblik η ματιά -ές
de aanblik, aanzien η όψη -εις
het aanbod η προσφορά -ές
het aanbod, gebodene η προσφορά -ές
het aanbraden {zsnw} το σοτάρισμα -ατα
aanbranden <1> τσικνίζω κερνώ ') -σα, -ομαι -στηκα
aanbranden <2> πιάνω κερνώ ') ook: πιάνει, έπιασα, πιάνομαι -στηκα
aanbreken φτάνω κερνώ ') zelden: φθάνω, -σα, geen passief
aanbrengen, toebrengen επιφέρω κερνώ ') επέφερα, geen passief
aanbrengen, toevoegen βάζω κερνώ ') soms: βάνω, έβαλα, βάζομαι βάλθηκα
de aandacht η προσοχή -ές
aandacht schenken δίνω σημασία
geen aandacht schenken aan δεν λαμβάνω υπ' όψη ')
de aandacht vestigen op εφιστώ την προσοχή σε
het aandeel η μετοχή -ές
de aandeelhouder ο/η μέτοχος -οι
aandelen- μετοχικός -ός -ή -ό, -ά
het aandenken <1> το αναμνηστικό
het aandenken <2> το ενθύμιο
zich aandienen, komen έρχομαι σε ') -ήλθα, geen actief
aandienen, voorstellen παρουσιάζω σε ') παρουσίασα, παρουσιάζομαι -στηκα
[licht] aandoen <1> ανάβω σε ') -ψα, ανάβομαι -φτηκα
[kleren] aandoen <2> βάζω σε ') soms: βάνω, έβαλα, βάζομαι βάλθηκα
aandoen, aantrekken φορώ σε ') ook: φοράω, -εσα, φοριέμαι -έθηκα
[televisie, radio] aandoen, aanzetten ανοίγω σε ') -ξα, ανοίγομαι -χτηκα
aandoen, berokkenen κάνω σε ') έκανα/(έκαμα), geen passief
de aandoening το νόσημα -ατα
een oplossing aandragen προτείνω λύση ')
de aandrang <1> η επιμονή -ές
de aandrang <2> η παρότρυνση -εις
de aandrang <3> η έντονη επιθυμία
 

') klik op de link voor de volledige vervoeging