Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: ανοίγω


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
ανοίγω
άνοιγα
άνοιξα
  ανοίγομαι
ανοιγόμουν(α)
ανοίχτηκα
ανοίγεις
άνοιγες
άνοιξες
  ανοίγεσαι
ανοιγόσουν(α)
ανοίχτηκες
ανοίγει
άνοιγε
άνοιξε
  ανοίγεται
ανοιγόταν(ε)
ανοίχτηκε
ανοίγουμε
ανοίγομε
ανοίγαμε
ανοίξαμε
  ανοιγόμαστε
ανοιγόμαστε
ανοιγόμασταν
ανοιχτήκαμε
ανοίγετε
ανοίγατε
ανοίξατε
  ανοίγεστε
ανοιγόσαστε
ανοιγόσαστε
ανοιγόσασταν
ανοιχτήκατε
ανοίγουν(ε)
άνοιγαν
ανοίγαν(ε)
άνοιξαν
ανοίξαν(ε)
ανοίγονται
ανοιγόντουσαν
ανοίγονταν
ανοιγόντανε
ανοίχτηκαν
ανοιχτήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ανοίξει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω ανοίξει

έχω ανοιγμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
ανοίγοντας
παρακείμενος

έχοντας ανοίξει

έχοντας ανοιγμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ανοιχτεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω ανοιχτεί
είμαι ανοιγμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
ανοιγόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
ανοιγμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
ανοίγω
ανοίξω
  ανοίγομαι
ανοιχτώ
ανοίγεις
ανοίξεις
  ανοίγεσαι
ανοιχτείς
ανοίγει
ανοίξει
  ανοίγεται
ανοιχτεί
ανοίγουμε
ανοίγομε
ανοίξουμε
ανοίξομε
  ανοιγόμαστε
ανοιχτούμε
ανοίγετε
ανοίξετε
  ανοίγεστε
ανοιγόσαστε
ανοιχτείτε
ανοίγουν(ε)
ανοίξουν(ε)
  ανοίγονται
ανοιχτούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
άνοιγε
άνοιξε
  ανοίξου
ανοίγετε
ανοίξτε
ανοίχτε
  ανοίγεστε
ανοιχτείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα ανοίξει

είχα ανοιγμένο

volt.verleden tijd was είχα ανοιχτεί
ήμουν ανοιγμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα ανοίγω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα ανοίγομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα ανοίξω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα ανοιχτώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα άνοιγα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα ανοιγόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω ανοίξει

θα έχω ανοιγμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω ανοιχτεί
θα είμαι ανοιγμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα ανοίξει

θα είχα ανοιγμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα ανοιχτεί
θα ήμουν ανοιγμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie