//www.woordenlijstnieuwgrieks.nl/Rimata/MorfWerwOnre3Rima.php?test=%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CF%89
testλαμβάνω
MorfWerwOnre3Rima
Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: λαμβάνω


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
λαμβάνω
λάμβανα
έλαβα
  λαμβάνομαι
λαμβανόμουν(α)
λήφθηκα
ελήφθην
λαμβάνεις
λάμβανες
έλαβες
  λαμβάνεσαι
λαμβανόσουν(α)
λήφθηκες
ελήφθης
λαμβάνει
λάμβανε
έλαβε
  λαμβάνεται
λαμβανόταν(ε)
λήφθηκε
ελήφθη
λαμβάνουμε
λαμβάνομε
λαμβάναμε
λάβαμε
  λαμβανόμαστε
λαμβανόμαστε
λαμβανόμασταν
ληφθήκαμε
ελήφθημεν
λαμβάνετε
λαμβάνατε
λάβατε
  λαμβάνεστε
λαμβανόσαστε
λαμβανόσαστε
λαμβανόσασταν
ληφθήκατε
ελήφθητε
λαμβάνουν(ε)
λάμβαναν
λαμβάναν(ε)
έλαβαν
λάβαν(ε)
λαμβάνονται
λαμβάνονταν
λήφθηκαν
ελήφθησαν
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
λάβει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω λάβει

έχω ειλημμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
λαμβάνοντας
παρακείμενος

έχοντας λάβει

έχοντας ειλημμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ληφθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω ληφθεί
είμαι ειλημμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
λαμβανόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
ειλημμένος
ληφθείς
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
λαμβάνω
λάβω
  λαμβάνομαι
ληφθώ
λαμβάνεις
λάβεις
  λαμβάνεσαι
ληφθείς
λαμβάνει
λάβει
  λαμβάνεται
ληφθεί
λαμβάνουμε
λαμβάνομε
λάβουμε
λάβομε
  λαμβανόμαστε
ληφθούμε
λαμβάνετε
λάβετε
  λαμβάνεστε
λαμβανόσαστε
ληφθείτε
λαμβάνουν(ε)
λάβουν(ε)
  λαμβάνονται
ληφθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
λάβε
  -
λαμβάνετε
λάβετε
  λαμβάνεστε
ληφθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα λάβει

είχα ειλημμένο

volt.verleden tijd was είχα ληφθεί
ήμουν ειλημμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα λαμβάνω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα λαμβάνομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα λάβω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα ληφθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα λάμβανα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα λαμβανόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω λάβει

θα έχω ειλημμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω ληφθεί
θα είμαι ειλημμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα λάβει

θα είχα ειλημμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα ληφθεί
θα ήμουν ειλημμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 

 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie