Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: λατρεύω


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
λατρεύω
λάτρευα
λάτρεψα
  λατρεύομαι
λατρευόμουν(α)
λατρεύτηκα
λατρεύεις
λάτρευες
λάτρεψες
  λατρεύεσαι
λατρευόσουν(α)
λατρεύτηκες
λατρεύει
λάτρευε
λάτρεψε
  λατρεύεται
λατρευόταν(ε)
λατρεύτηκε
λατρεύουμε
λατρεύομε
λατρεύαμε
λατρέψαμε
  λατρευόμαστε
λατρευόμαστε
λατρευόμασταν
λατρευτήκαμε
λατρεύετε
λατρεύατε
λατρέψατε
  λατρεύεστε
λατρευόσαστε
λατρευόσαστε
λατρευόσασταν
λατρευτήκατε
λατρεύουν(ε)
λάτρευαν
λατρεύαν(ε)
λάτρεψαν
λατρέψαν(ε)
λατρεύονται
λατρευόντουσαν
λατρεύονταν
λατρευόντανε
λατρεύτηκαν
λατρευτήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
λατρέψει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω λατρέψει

έχω λατρεμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
λατρεύοντας
παρακείμενος

έχοντας λατρέψει

έχοντας λατρεμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
λατρευτεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω λατρευτεί
είμαι λατρεμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
λατρεμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
λατρεύω
λατρέψω
  λατρεύομαι
λατρευτώ
λατρεύεις
λατρέψεις
  λατρεύεσαι
λατρευτείς
λατρεύει
λατρέψει
  λατρεύεται
λατρευτεί
λατρεύουμε
λατρεύομε
λατρέψουμε
λατρέψομε
  λατρευόμαστε
λατρευτούμε
λατρεύετε
λατρέψετε
  λατρεύεστε
λατρευόσαστε
λατρευτείτε
λατρεύουν(ε)
λατρέψουν(ε)
  λατρεύονται
λατρευτούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
λάτρευε
λάτρεψε
  λατρέψου
λατρεύετε
λατρέψτε
λατρεύτε
  λατρεύεστε
λατρευτείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα λατρέψει

είχα λατρεμένο

volt.verleden tijd was είχα λατρευτεί
ήμουν λατρεμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα λατρεύω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα λατρεύομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα λατρέψω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα λατρευτώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα λάτρευα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα λατρευόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω λατρέψει

θα έχω λατρεμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω λατρευτεί
θα είμαι λατρεμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα λατρέψει

θα είχα λατρεμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα λατρευτεί
θα ήμουν λατρεμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie