Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: πιάνω


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
πιάνω
έπιανα
έπιασα
  πιάνομαι
πιανόμουν(α)
πιάστηκα
πιάνεις
έπιανες
έπιασες
  πιάνεσαι
πιανόσουν(α)
πιάστηκες
πιάνει
έπιανε
έπιασε
  πιάνεται
πιανόταν(ε)
πιάστηκε
πιάνουμε
πιάνομε
πιάναμε
πιάσαμε
  πιανόμαστε
πιανόμαστε
πιανόμασταν
πιαστήκαμε
πιάνετε
πιάνατε
πιάσατε
  πιάνεστε
πιανόσαστε
πιανόσαστε
πιανόσασταν
πιαστήκατε
πιάνουν(ε)
έπιαναν
πιάναν(ε)
έπιασαν
πιάσαν(ε)
πιάνονται
πιανόντουσαν
πιάνονταν
πιανόντανε
πιάστηκαν
πιαστήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
πιάσει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω πιάσει

έχω πιασμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
πιάνοντας
παρακείμενος

έχοντας πιάσει

έχοντας πιασμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
πιαστεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω πιαστεί
είμαι πιασμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
πιανόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
πιασμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
πιάνω
πιάσω
  πιάνομαι
πιαστώ
πιάνεις
πιάσεις
  πιάνεσαι
πιαστείς
πιάνει
πιάσει
  πιάνεται
πιαστεί
πιάνουμε
πιάνομε
πιάσουμε
πιάσομε
  πιανόμαστε
πιαστούμε
πιάνετε
πιάσετε
  πιάνεστε
πιανόσαστε
πιαστείτε
πιάνουν(ε)
πιάσουν(ε)
  πιάνονται
πιαστούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
πιάσε
  πιάσου
πιάνετε
πιάστε
  πιάνεστε
πιαστείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα πιάσει

είχα πιασμένο

volt.verleden tijd was είχα πιαστεί
ήμουν πιασμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα πιάνω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα πιάνομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα πιάσω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα πιαστώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα έπιανα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα πιανόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω πιάσει

θα έχω πιασμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω πιαστεί
θα είμαι πιασμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα πιάσει

θα είχα πιασμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα πιαστεί
θα ήμουν πιασμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie