Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: τσικνίζω


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
τσικνίζω
τσίκνιζα
τσίκνισα
  τσικνίζομαι
τσικνιζόμουν(α)
τσικνίστηκα
τσικνίζεις
τσίκνιζες
τσίκνισες
  τσικνίζεσαι
τσικνιζόσουν(α)
τσικνίστηκες
τσικνίζει
τσίκνιζε
τσίκνισε
  τσικνίζεται
τσικνιζόταν(ε)
τσικνίστηκε
τσικνίζουμε
τσικνίζομε
τσικνίζαμε
τσικνίσαμε
  τσικνιζόμαστε
τσικνιζόμαστε
τσικνιζόμασταν
τσικνιστήκαμε
τσικνίζετε
τσικνίζατε
τσικνίσατε
  τσικνίζεστε
τσικνιζόσαστε
τσικνιζόσαστε
τσικνιζόσασταν
τσικνιστήκατε
τσικνίζουν(ε)
τσίκνιζαν
τσικνίζαν(ε)
τσίκνισαν
τσικνίσαν(ε)
τσικνίζονται
τσικνιζόντουσαν
τσικνίζονταν
τσικνιζόντανε
τσικνίστηκαν
τσικνιστήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
τσικνίσει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω τσικνίσει

έχω τσικνισμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
τσικνίζοντας
παρακείμενος

έχοντας τσικνίσει

έχοντας τσικνισμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
τσικνιστεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω τσικνιστεί
είμαι τσικνισμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
τσικνιζόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
τσικνισμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
τσικνίζω
τσικνίσω
  τσικνίζομαι
τσικνιστώ
τσικνίζεις
τσικνίσεις
  τσικνίζεσαι
τσικνιστείς
τσικνίζει
τσικνίσει
  τσικνίζεται
τσικνιστεί
τσικνίζουμε
τσικνίζομε
τσικνίσουμε
τσικνίσομε
  τσικνιζόμαστε
τσικνιστούμε
τσικνίζετε
τσικνίσετε
  τσικνίζεστε
τσικνιζόσαστε
τσικνιστείτε
τσικνίζουν(ε)
τσικνίσουν(ε)
  τσικνίζονται
τσικνιστούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
τσίκνιζε
τσίκνισε
  τσικνίσου
τσικνίζετε
τσικνίστε
  τσικνίζεστε
τσικνιστείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα τσικνίσει

είχα τσικνισμένο

volt.verleden tijd was είχα τσικνιστεί
ήμουν τσικνισμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα τσικνίζω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα τσικνίζομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα τσικνίσω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα τσικνιστώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα τσίκνιζα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα τσικνιζόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω τσικνίσει

θα έχω τσικνισμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω τσικνιστεί
θα είμαι τσικνισμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα τσικνίσει

θα είχα τσικνισμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα τσικνιστεί
θα ήμουν τσικνισμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie