//www.woordenlijstnieuwgrieks.nl/Rimata/MorfWerwOnre3Rima.php?test=%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E
testφορώ
MorfWerwOnre3Rima
Eerste kolom
zinsdeel enkelv zin sameng zin hoofdzin vraagzin bijvoeglijke/betrekkelijke bijzin complementszin bijwoordelijke bijzin
werkwoord naamvallen lidw zelfst nw bijv nw voornaamw telw bijw voorz voegw part woordvolgorde diversen
Morfologie / Werkwoorden
direct naar: Grammatica    Woordleer    Syntaxis
werkw lidw zelfst.nw bijv.nw bijw voornaamw telw voorz voegw part woordvorming
onregelmatige werkw. regelmatige werkw. augment inwendig augment varianten lettergreep met ι-klank
αρέσω βάζω βγαίνω βλέπω βρίσκω δίνω είμαι έρχομαι έχω θέλω θέτω κάθομαι καλώ κάνω
καταλαβαίνω λέω μαθαίνω ξέρω παίρνω πηγαίνω πίνω πλένω στέκομαι τρώω φαίνομαι φέρνω χαίρομαι
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre3Rima

Werkwoord vervoegen: φορώ


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
φοράω
φορώ
φόραγα
φορούσα
φόρεσα
  φοριέμαι
φοριόμουν(α)
φορέθηκα
φοράς
φόραγες
φορούσες
φόρεσες
  φοριέσαι
φοριόσουν(α)
φορέθηκες
φοράει
φορά
φόραγε
φορούσε
φόρεσε
  φοριέται
φοριόταν(ε)
φορέθηκε
φορούμε
φοράμε
φοράγαμε
φορούσαμε
φορέσαμε
  φοριόμαστε
φοριόμαστε
φοριόμασταν
φορεθήκαμε
φοράτε
φοράγατε
φορούσατε
φορέσατε
  φοριέστε
φοριόσαστε
φοριόσαστε
φοριόσασταν
φορεθήκατε
φοράν(ε)
φορούν(ε)
φοράγανε
φόραγαν
φορούσαν(ε)
φόρεσαν
φορέσαν(ε)
φοριόνται
φοριούνται
φοριόντουσαν
φοριόνταν(ε)
φοριούνταν
φορέθηκαν
φορεθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
φορέσει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω φορέσει

έχω φορεμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
φορώντας
παρακείμενος

έχοντας φορέσει

έχοντας φορεμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
φορεθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω φορεθεί
είμαι φορεμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
φορεμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
φοράω
φορώ
φορέσω
  φοριέμαι
φορεθώ
φοράς
φορέσεις
  φοριέσαι
φορεθείς
φοράει
φορά
φορέσει
  φοριέται
φορεθεί
φορούμε
φοράμε
φορέσουμε
φορέσομε
  φοριόμαστε
φορεθούμε
φοράτε
φορέσετε
  φοριέστε
φοριόσαστε
φορεθείτε
φοράν(ε)
φορούν(ε)
φορέσουν(ε)
  φοριόνται
φοριούνται
φορεθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
φόρα
φόραγε
φόρεσε
φόρα
  φορέσου
φοράτε
φορέστε
  φοριέστε
φορεθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα φορέσει

είχα φορεμένο

volt.verleden tijd was είχα φορεθεί
ήμουν φορεμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα φοράω
θα φορώ
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα φοριέμαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα φορέσω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα φορεθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα φόραγα
θα φορούσα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα φοριόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω φορέσει

θα έχω φορεμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω φορεθεί
θα είμαι φορεμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα φορέσει

θα είχα φορεμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα φορεθεί
θα ήμουν φορεμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 

 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie