Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: ανάβω - aandoen <1>


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
ανάβω
άναβα
άναψα
  ανάβομαι
αναβόμουν(α)
ανάφτηκα
ανάβεις
άναβες
άναψες
  ανάβεσαι
αναβόσουν(α)
ανάφτηκες
ανάβει
άναβε
άναψε
  ανάβεται
αναβόταν(ε)
ανάφτηκε
ανάβουμε
ανάβομε
ανάβαμε
ανάψαμε
  αναβόμαστε
αναβόμαστε
αναβόμασταν
αναφτήκαμε
ανάβετε
ανάβατε
ανάψατε
  ανάβεστε
αναβόσαστε
αναβόσαστε
αναβόσασταν
αναφτήκατε
ανάβουν(ε)
άναβαν
ανάβαν(ε)
άναψαν
ανάψαν(ε)
ανάβονται
αναβόντουσαν
ανάβονταν
αναβόντανε
ανάφτηκαν
αναφτήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ανάψει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω ανάψει

έχω αναμμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
ανάβοντας
παρακείμενος

έχοντας ανάψει

έχοντας αναμμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
αναφτεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω αναφτεί
είμαι αναμμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
αναμμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
ανάβω
ανάψω
  ανάβομαι
αναφτώ
ανάβεις
ανάψεις
  ανάβεσαι
αναφτείς
ανάβει
ανάψει
  ανάβεται
αναφτεί
ανάβουμε
ανάβομε
ανάψουμε
ανάψομε
  αναβόμαστε
αναφτούμε
ανάβετε
ανάψετε
  ανάβεστε
αναβόσαστε
αναφτείτε
ανάβουν(ε)
ανάψουν(ε)
  ανάβονται
αναφτούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
άναβε
άναψε
  ανάψου
ανάβετε
ανάψτε
ανάφτε
  ανάβεστε
αναφτείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα ανάψει

είχα αναμμένο

volt.verleden tijd was είχα αναφτεί
ήμουν αναμμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα ανάβω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα ανάβομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα ανάψω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα αναφτώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα άναβα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα αναβόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω ανάψει

θα έχω αναμμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω αναφτεί
θα είμαι αναμμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα ανάψει

θα είχα αναμμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα αναφτεί
θα ήμουν αναμμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie