Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: ανοίγω - aandoen, aanzetten


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
ανοίγω
άνοιγα
άνοιξα
  ανοίγομαι
ανοιγόμουν(α)
ανοίχτηκα
ανοίγεις
άνοιγες
άνοιξες
  ανοίγεσαι
ανοιγόσουν(α)
ανοίχτηκες
ανοίγει
άνοιγε
άνοιξε
  ανοίγεται
ανοιγόταν(ε)
ανοίχτηκε
ανοίγουμε
ανοίγομε
ανοίγαμε
ανοίξαμε
  ανοιγόμαστε
ανοιγόμαστε
ανοιγόμασταν
ανοιχτήκαμε
ανοίγετε
ανοίγατε
ανοίξατε
  ανοίγεστε
ανοιγόσαστε
ανοιγόσαστε
ανοιγόσασταν
ανοιχτήκατε
ανοίγουν(ε)
άνοιγαν
ανοίγαν(ε)
άνοιξαν
ανοίξαν(ε)
ανοίγονται
ανοιγόντουσαν
ανοίγονταν
ανοιγόντανε
ανοίχτηκαν
ανοιχτήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ανοίξει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω ανοίξει

έχω ανοιγμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
ανοίγοντας
παρακείμενος

έχοντας ανοίξει

έχοντας ανοιγμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ανοιχτεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω ανοιχτεί
είμαι ανοιγμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
ανοιγόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
ανοιγμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
ανοίγω
ανοίξω
  ανοίγομαι
ανοιχτώ
ανοίγεις
ανοίξεις
  ανοίγεσαι
ανοιχτείς
ανοίγει
ανοίξει
  ανοίγεται
ανοιχτεί
ανοίγουμε
ανοίγομε
ανοίξουμε
ανοίξομε
  ανοιγόμαστε
ανοιχτούμε
ανοίγετε
ανοίξετε
  ανοίγεστε
ανοιγόσαστε
ανοιχτείτε
ανοίγουν(ε)
ανοίξουν(ε)
  ανοίγονται
ανοιχτούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
άνοιγε
άνοιξε
  ανοίξου
ανοίγετε
ανοίξτε
ανοίχτε
  ανοίγεστε
ανοιχτείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα ανοίξει

είχα ανοιγμένο

volt.verleden tijd was είχα ανοιχτεί
ήμουν ανοιγμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα ανοίγω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα ανοίγομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα ανοίξω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα ανοιχτώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα άνοιγα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα ανοιγόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω ανοίξει

θα έχω ανοιγμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω ανοιχτεί
θα είμαι ανοιγμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα ανοίξει

θα είχα ανοιγμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα ανοιχτεί
θα ήμουν ανοιγμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie