Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: αποφαίνομαι - aandacht schenken aan


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
-
  αποφαίνομαι
αποφαινόμουν(α)
αποφάνθηκα
  αποφαίνεσαι
αποφαινόσουν(α)
αποφάνθηκες
  αποφαίνεται
αποφαινόταν(ε)
αποφάνθηκε
  αποφαινόμαστε
αποφαινόμαστε
αποφανθήκαμε
  αποφαίνεστε
αποφαινόσαστε
αποφαινόσαστε
αποφανθήκατε
αποφαίνονται
αποφαίνονταν
αποφάνθηκαν
αποφανθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
παρακείμενος
volt.tegenw tijd
-
 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
παρακείμενος
-
  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
αποφανθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω αποφανθεί
είμαι αποφασμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
αποφαινόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
αποφασμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
  αποφαίνομαι
αποφανθώ
  αποφαίνεσαι
αποφανθείς
  αποφαίνεται
αποφανθεί
  αποφαινόμαστε
αποφανθούμε
  αποφαίνεστε
αποφαινόσαστε
αποφανθείτε
  αποφαίνονται
αποφανθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
-
  -
-
-
  αποφαίνεστε
αποφανθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ') -
volt.verleden tijd was είχα αποφανθεί
ήμουν αποφασμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα -
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα αποφαίνομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal -
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα αποφανθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou -
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα αποφαινόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ') -
volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω αποφανθεί
θα είμαι αποφασμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben') -
volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα αποφανθεί
θα ήμουν αποφασμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie