Eerste kolom
direct naar: Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis
direct naar: Grammatica    Klankleer    Woordleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: κερδίζω - verdienen


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
κερδίζω
κέρδιζα
κέρδισα
  κερδίζομαι
κερδιζόμουν(α)
κερδήθηκα
κερδίζεις
κέρδιζες
κέρδισες
  κερδίζεσαι
κερδιζόσουν(α)
κερδήθηκες
κερδίζει
κέρδιζε
κέρδισε
  κερδίζεται
κερδιζόταν(ε)
κερδήθηκε
κερδίζουμε
κερδίζομε
κερδίζαμε
κερδίσαμε
  κερδιζόμαστε
κερδιζόμαστε
κερδιζόμασταν
κερδηθήκαμε
κερδίζετε
κερδίζατε
κερδίσατε
  κερδίζεστε
κερδιζόσαστε
κερδιζόσαστε
κερδιζόσασταν
κερδηθήκατε
κερδίζουν(ε)
κέρδιζαν
κερδίζαν(ε)
κέρδισαν
κερδίσαν(ε)
κερδίζονται
κερδιζόντουσαν
κερδίζονταν
κερδιζόντανε
κερδήθηκαν
κερδηθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
κερδίσει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω κερδίσει

έχω κερδημένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
κερδίζοντας
παρακείμενος

έχοντας κερδίσει

έχοντας κερδημένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
κερδηθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω κερδηθεί
είμαι κερδημένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
κερδημένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
κερδίζω
κερδίσω
  κερδίζομαι
κερδηθώ
κερδίζεις
κερδίσεις
  κερδίζεσαι
κερδηθείς
κερδίζει
κερδίσει
  κερδίζεται
κερδηθεί
κερδίζουμε
κερδίζομε
κερδίσουμε
κερδίσομε
  κερδιζόμαστε
κερδηθούμε
κερδίζετε
κερδίσετε
  κερδίζεστε
κερδιζόσαστε
κερδηθείτε
κερδίζουν(ε)
κερδίσουν(ε)
  κερδίζονται
κερδηθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
κέρδιζε
κέρδισε
  κερδήσου
κερδίζετε
κερδίστε
  κερδίζεστε
κερδηθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα κερδίσει

είχα κερδημένο

volt.verleden tijd was είχα κερδηθεί
ήμουν κερδημένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα κερδίζω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα κερδίζομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα κερδίσω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα κερδηθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα κέρδιζα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα κερδιζόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω κερδίσει

θα έχω κερδημένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω κερδηθεί
θα είμαι κερδημένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα κερδίσει

θα είχα κερδημένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα κερδηθεί
θα ήμουν κερδημένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie