Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: λαμβάνω - aandacht schenken aan


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
λαμβάνω
λάμβανα
έλαβα
  λαμβάνομαι
λαμβανόμουν(α)
λήφθηκα
ελήφθην
λαμβάνεις
λάμβανες
έλαβες
  λαμβάνεσαι
λαμβανόσουν(α)
λήφθηκες
ελήφθης
λαμβάνει
λάμβανε
έλαβε
  λαμβάνεται
λαμβανόταν(ε)
λήφθηκε
ελήφθη
λαμβάνουμε
λαμβάνομε
λαμβάναμε
λάβαμε
  λαμβανόμαστε
λαμβανόμαστε
λαμβανόμασταν
ληφθήκαμε
ελήφθημεν
λαμβάνετε
λαμβάνατε
λάβατε
  λαμβάνεστε
λαμβανόσαστε
λαμβανόσαστε
λαμβανόσασταν
ληφθήκατε
ελήφθητε
λαμβάνουν(ε)
λάμβαναν
λαμβάναν(ε)
έλαβαν
λάβαν(ε)
λαμβάνονται
λαμβάνονταν
λήφθηκαν
ελήφθησαν
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
λάβει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω λάβει

έχω ειλημμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
λαμβάνοντας
παρακείμενος

έχοντας λάβει

έχοντας ειλημμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
ληφθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω ληφθεί
είμαι ειλημμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
λαμβανόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
ειλημμένος
ληφθείς
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
λαμβάνω
λάβω
  λαμβάνομαι
ληφθώ
λαμβάνεις
λάβεις
  λαμβάνεσαι
ληφθείς
λαμβάνει
λάβει
  λαμβάνεται
ληφθεί
λαμβάνουμε
λαμβάνομε
λάβουμε
λάβομε
  λαμβανόμαστε
ληφθούμε
λαμβάνετε
λάβετε
  λαμβάνεστε
λαμβανόσαστε
ληφθείτε
λαμβάνουν(ε)
λάβουν(ε)
  λαμβάνονται
ληφθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
λάμβανε
λάβε
  -
λαμβάνετε
λάβετε
  λαμβάνεστε
ληφθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα λάβει

είχα ειλημμένο

volt.verleden tijd was είχα ληφθεί
ήμουν ειλημμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα λαμβάνω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα λαμβάνομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα λάβω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα ληφθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα λάμβανα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα λαμβανόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω λάβει

θα έχω ειλημμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω ληφθεί
θα είμαι ειλημμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα λάβει

θα είχα ειλημμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα ληφθεί
θα ήμουν ειλημμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie