Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: προθυμοποιούμαι - aanbieden <3>


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
-
  προθυμοποιούμαι
προθυμοποιούμουν
προθυμοποιήθηκα
  προθυμοποιείσαι
προθυμοποιούσου
προθυμοποιήθηκες
  προθυμοποιείται
προθυμοποιούνταν
επροθυμοποιείτο
προθυμοποιείτο
προθυμοποιήθηκε
  προθυμοποιούμαστε
προθυμοποιούμαστε
προθυμοποιούμασταν
προθυμοποιηθήκαμε
  προθυμοποιείστε
προθυμοποιηθήκατε
προθυμοποιούνται
προθυμοποιούνταν
επροθυμοποιούντο
προθυμοποιούντο
προθυμοποιήθηκαν
προθυμοποιηθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
παρακείμενος
volt.tegenw tijd
-
 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
παρακείμενος
-
  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
προθυμοποιηθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω προθυμοποιηθεί
είμαι προθυμοποιημένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
προθυμοποιημένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
  προθυμοποιούμαι
προθυμοποιηθώ
  προθυμοποιείσαι
προθυμοποιηθείς
  προθυμοποιείται
προθυμοποιηθεί
  προθυμοποιούμαστε
προθυμοποιηθούμε
  προθυμοποιείστε
προθυμοποιηθείτε
  προθυμοποιούνται
προθυμοποιηθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
-
  προθυμοποιήσου
-
-
  προθυμοποιείστε
προθυμοποιηθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ') -
volt.verleden tijd was είχα προθυμοποιηθεί
ήμουν προθυμοποιημένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα -
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα προθυμοποιούμαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal -
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα προθυμοποιηθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou -
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα προθυμοποιούμουν
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ') -
volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω προθυμοποιηθεί
θα είμαι προθυμοποιημένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben') -
volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα προθυμοποιηθεί
θα ήμουν προθυμοποιημένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie