Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: προσφέρω - aanbieden <2>


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
προσφέρω
πρόσφερα
προσέφερα
πρόσφερα
προσέφερα
  προσφέρομαι
προσφερόμουν(α)
προσφέρθηκα
προσφέρεις
πρόσφερες
προσέφερες
πρόσφερες
προσέφερες
  προσφέρεσαι
προσφερόσουν(α)
προσφέρθηκες
προσφέρει
πρόσφερε
προσέφερε
πρόσφερε
προσέφερε
  προσφέρεται
προσφερόταν(ε)
προσφέρθηκε
προσφέρουμε
προσφέρομε
προσφέραμε
προσφέραμε
  προσφερόμαστε
προσφερόμαστε
προσφερόμασταν
προσφερθήκαμε
προσφέρετε
προσφέρατε
προσφέρατε
  προσφέρεστε
προσφερόσαστε
προσφερόσαστε
προσφερόσασταν
προσφερθήκατε
προσφέρουν(ε)
πρόσφεραν
προσέφεραν
προσφέραν(ε)
πρόσφεραν
προσέφεραν
προσφέραν(ε)
προσφέρονται
προσφερόντουσαν
προσφέρονταν
προσφερόντανε
προσφέρθηκαν
προσφερθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
προσφέρει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω προσφέρει

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
προσφέροντας
παρακείμενος

έχοντας προσφέρει

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
προσφερθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω προσφερθεί
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
προσφερμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
προσφέρω
προσφέρω
  προσφέρομαι
προσφερθώ
προσφέρεις
προσφέρεις
  προσφέρεσαι
προσφερθείς
προσφέρει
προσφέρει
  προσφέρεται
προσφερθεί
προσφέρουμε
προσφέρομε
προσφέρουμε
προσφέρομε
  προσφερόμαστε
προσφερθούμε
προσφέρετε
προσφέρετε
  προσφέρεστε
προσφερόσαστε
προσφερθείτε
προσφέρουν(ε)
προσφέρουν(ε)
  προσφέρονται
προσφερθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
πρόσφερε
πρόσφερε
  προσφέρσου
προσφέρετε
προσφέρτε
προσφέρετε
  προσφέρεστε
προσφερθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα προσφέρει

volt.verleden tijd was είχα προσφερθεί
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα προσφέρω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα προσφέρομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα προσφέρω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα προσφερθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα πρόσφερα
θα προσέφερα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα προσφερόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω προσφέρει

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω προσφερθεί
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα προσφέρει

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα προσφερθεί

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie