Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: προτείνω - aandragen


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
προτείνω
πρότεινα
προέτεινα
πρότεινα
προέτεινα
  προτείνομαι
προτεινόμουν(α)
προτάθηκα
προτείνεις
πρότεινες
προέτεινες
πρότεινες
προέτεινες
  προτείνεσαι
προτεινόσουν(α)
προτάθηκες
προτείνει
πρότεινε
προέτεινε
πρότεινε
προέτεινε
  προτείνεται
προτεινόταν(ε)
προτάθηκε
προτείνουμε
προτείνομε
προτείναμε
προτείναμε
  προτεινόμαστε
προτεινόμαστε
προταθήκαμε
προτείνετε
προτείνατε
προτείνατε
  προτείνεστε
προτεινόσαστε
προτεινόσαστε
προταθήκατε
προτείνουν(ε)
πρότειναν
προέτειναν
προτείναν(ε)
πρότειναν
προέτειναν
προτείναν(ε)
προτείνονται
προτείνονταν
προτάθηκαν
προταθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
προτείνει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω προτείνει

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
προτείνοντας
παρακείμενος

έχοντας προτείνει

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
προταθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω προταθεί
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
προτεινόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
προτεταμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
προτείνω
προτείνω
  προτείνομαι
προταθώ
προτείνεις
προτείνεις
  προτείνεσαι
προταθείς
προτείνει
προτείνει
  προτείνεται
προταθεί
προτείνουμε
προτείνομε
προτείνουμε
προτείνομε
  προτεινόμαστε
προταθούμε
προτείνετε
προτείνετε
  προτείνεστε
προτεινόσαστε
προταθείτε
προτείνουν(ε)
προτείνουν(ε)
  προτείνονται
προταθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
πρότεινε
πρότεινε
  -
προτείνετε
προτείνετε
  προτείνεστε
προταθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα προτείνει

volt.verleden tijd was είχα προταθεί
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα προτείνω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα προτείνομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα προτείνω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα προταθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα πρότεινα
θα προέτεινα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα προτεινόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω προτείνει

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω προταθεί
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα προτείνει

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα προταθεί

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie