Eerste kolom
direct naar: Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis
direct naar: Grammatica    Klankleer    Woordleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: σκιάζω - overschaduwen


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
σκιάζω
σκίαζα
έσκιαζα
σκίασα
έσκιαξα
  σκιάζομαι
σκιαζόμουν(α)
σκιάστηκα
σκιάχτηκα
σκιάζεις
σκίαζες
έσκιαζες
σκίασες
έσκιαξες
  σκιάζεσαι
σκιαζόσουν(α)
σκιάστηκες
σκιάχτηκες
σκιάζει
σκίαζε
έσκιαζε
σκίασε
έσκιαξε
  σκιάζεται
σκιαζόταν(ε)
σκιάστηκε
σκιάχτηκε
σκιάζουμε
σκιάζομε
σκιάζαμε
σκιάσαμε
σκιάξαμε
  σκιαζόμαστε
σκιαζόμαστε
σκιαζόμασταν
σκιαστήκαμε
σκιαχτήκαμε
σκιάζετε
σκιάζατε
σκιάσατε
σκιάξατε
  σκιάζεστε
σκιαζόσαστε
σκιαζόσαστε
σκιαζόσασταν
σκιαστήκατε
σκιαχτήκατε
σκιάζουν(ε)
σκίαζαν
έσκιαζαν
σκιάζαν(ε)
σκίασαν
έσκιαξαν
σκιάσαν(ε)
σκιάξαν(ε)
σκιάζονται
σκιαζόντουσαν
σκιάζονταν
σκιαζόντανε
σκιάστηκαν
σκιάχτηκαν
σκιαστήκαν(ε)
σκιαχτήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
σκιάσει
σκιάξει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω σκιάσει

έχω σκιάξει

έχω σκιασμένο

έχω σκιαγμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
σκιάζοντας
παρακείμενος

έχοντας σκιάσει

έχοντας σκιάξει

έχοντας σκιασμένο

έχοντας σκιαγμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
σκιαστεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω σκιαστεί
έχω σκιαχτεί
είμαι σκιασμένος
είμαι σκιαγμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
σκιαζόμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
σκιασμένος
σκιαγμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
σκιάζω
σκιάσω
σκιάξω
  σκιάζομαι
σκιαστώ
σκιαχτώ
σκιάζεις
σκιάσεις
σκιάξεις
  σκιάζεσαι
σκιαστείς
σκιαχτείς
σκιάζει
σκιάσει
σκιάξει
  σκιάζεται
σκιαστεί
σκιαχτεί
σκιάζουμε
σκιάζομε
σκιάσουμε
σκιάξουμε
σκιάσομε
σκιάξομε
  σκιαζόμαστε
σκιαστούμε
σκιαχτούμε
σκιάζετε
σκιάσετε
σκιάξετε
  σκιάζεστε
σκιαζόσαστε
σκιαστείτε
σκιαχτείτε
σκιάζουν(ε)
σκιάσουν(ε)
σκιάξουν(ε)
  σκιάζονται
σκιαστούν(ε)
σκιαχτούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
σκίαζε
σκιάσε
  σκιάσου
σκιάξου
σκιάζετε
σκιάστε
  σκιάζεστε
σκιαστείτε
σκιαχτείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα σκιάσει

είχα σκιάξει

είχα σκιασμένο

είχα σκιαγμένο

volt.verleden tijd was είχα σκιαστεί
είχα σκιαχτεί
ήμουν σκιασμένος
ήμουν σκιαγμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα σκιάζω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα σκιάζομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα σκιάσω
θα σκιάξω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα σκιαστώ
θα σκιαχτώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα σκίαζα
θα έσκιαζα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα σκιαζόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω σκιάσει

θα έχω σκιάξει

θα έχω σκιασμένο

θα έχω σκιαγμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω σκιαστεί
θα έχω σκιαχτεί
θα είμαι σκιασμένος
θα είμαι σκιαγμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα σκιάσει

θα είχα σκιάξει

θα είχα σκιασμένο

θα είχα σκιαγμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα σκιαστεί
θα είχα σκιαχτεί
θα ήμουν σκιασμένος
θα ήμουν σκιαγμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie