Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: **    Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: συνιστώ - aanbevelen


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
συνιστώ
συνιστούσα
σύστησα
συνέστησα
  συνίσταμαι
συνιστώμαι
-
συστήθηκα
συνιστάς
συνιστούσες
συνέστησες
σύστησες
  συνίστασαι
συνιστάσαι
-
συστήθηκες
συνιστά
συνιστούσε
συνέστησε
σύστησε
  συνίσταται
συνιστάται
συνιστάτο
συστήθηκη
συστήθηκε
συνιστούμε
συνιστούσαμε
συστήσαμε
  συνιστάμεθα
συνιστόμαστε
συστηθήκαμε
συνιστάτε
συνιστούσατε
συστήσατε
  συνίστασθε
συνιστάστε
συστηθήκατε
συνιστούν(ε)
συνιστούσαν(ε)
σύστησαν
συνέστησαν
συστήσαν(ε)
συνίστανται
συνιστώνται
συνιστώντο
συστηθήκησαν
συστήθηκαν
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
συστήσει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω συστήσει

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
συνιστώντας
παρακείμενος

έχοντας συστήσει

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
-
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω συστηθεί
είμαι συστημένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
συνιστάμενος
συνιστώμενος
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
συστημένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
συνιστώ
συστήσω
  συνίσταμαι
συνιστώμαι
συστώ
συστηθώ
συνιστάς
συστήσεις
  συνίστασαι
συνιστάσαι
συστείς
συστηθείς
συνιστά
συστήσει
  συνίσταται
συνιστάται
συστεί
συστηθεί
συνιστούμε
συστήσουμε
συστήσομε
  συνιστάμεθα
συνιστόμαστε
συστούμε
συστηθούμε
συνιστάτε
συστήσετε
  συνίστασθε
συνιστάστε
συστείτε
συστηθείτε
συνιστούν(ε)
συστήσουν(ε)
  συνίστανται
συνιστώνται
συστούν(ε)
συστηθούν
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
-
συστήσε
σύστησε
  συστήσου
συνιστάτε
συστήστε
συστήσετε
  συνίστασθε
συνιστάστε
συστείτε
συστηθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα συστήσει

volt.verleden tijd was είχα συστηθεί
ήμουν συστημένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα συνιστώ
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα συνίσταμαι
θα συνιστώμαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα συστήσω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα συστώ
θα συστηθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα συνιστούσα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα -
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω συστήσει

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω συστηθεί
θα είμαι συστημένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα συστήσει

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα συστηθεί
θα ήμουν συστημένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie